Αυτοδιεύθυνση και ιεραρχία


Αυτοδιεύθυνση και ιεραρχία

Wassily Kandinsky black and violet, 1923

Wassily Kandinsky – black and violet, 1923

Του Κορνήλιου Καστοριάδη

Ζούμε σε μια κοινωνία που η οργάνωσή της είναι ιεραρχική, και στην εργασία και στην παραγωγή και στην επιχείρηση και στην διοίκηση, και στην πολιτική και στο κράτος ακόμα και στην εκπαίδευση και στην επιστημονική έρευνα. Η ιεραρχία δεν είναι εφεύρεση της σύγχρονης κοινωνίας. Οι ρίζες της χάνονται βαθειά στο χρόνο έστω κι αν δεν υπήρχε πάντα, έστω κι αν υπήρξαν μη ιεραρχικές κοινωνίες που λειτουργούσαν θαυμάσια. Μέσα στην σύγχρονη κοινωνία όμως το ιεραρχικό (ή, κάτι που είναι σχεδόν το ίδιο, το γραφειοκρατικό) σύστημα έγινε πρακτικά οικουμενικό. Απ’τη στιγμή που παρουσιάζεται μια οποιαδήποτε συλλογική δραστηριότητα, οργανώνεται σύμφωνα με την ιεραρχική αρχή, και η ιεραρχία του διατάζειν και της εξουσίας συμπίπτει όλο και περισσότερο με την ιεραρχία των μισθών και των εισοδημάτων. Ετσι που οι άνθρωποι δε φτάνουν σχεδόν πια να φανταστούν πως θα μπορούσε να γίνει αλλίως, πως θα μπορούσαν οι ίδιοι να’ναι κάτι που να προσδιορίζεται μ’άλλον τρόπο απ’τη θέση τους στην ιεραρχική πυραμίδα.

Οι απολογητές του τωρινού συστήματος προσπαθούν να το δικαιολογήσον σαν το μόνο «λογικό», «ορθολογικό», «οικονομικό». Προσπάθησα ήδη να αποδείξω πως αυτά τα «επιχειρήματα» δεν αξίζουν τίποτε, πως είναι λαθεμένα αν παρθούν το καθένα χωριστά κι αντιφατικά αν θεωρηθούν στο σύνολό τους. θα’χουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε σ’αυτό παρακάτω. Παρουσιάζουν όμως επίσης το τωρινό σύστημα σαν το μόνο δυνατό, που δήθεν επιβλήθηκε απ’τις αναγκαιότητες της σύγχρονης παραγωγής, απ’την συνθετότητα της κοινωνικής ζωής, τη μεγάλη κλίμακα όλων των δραστηριοτήτων, κλπ. Θα προσπαθήσω ν’αποδείξω πως δεν συμβαίνει καθόλου έτσι και πως η ύπαρξη μιας ιεραρχίας είναι ριζικά ασυμβίβαστη με την αυτοδιεύθυνση.

Ι. ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΖΕΙΝ

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗΣ

Τι σημαίνει, κοινωνικά, το ιεραρχικό σύστημα; Πώς ένα στρώμα του πληθυσμού διευθύνει την κοινωνία και πώς τα άλλα δεν έχουν παρά να εκτελούν τις αποφάσεις του επίσης, πώς αυτό το στρώμα, παίρνοντας τα μεγαλύτερα εισοδήματα, κερδίζει απ’την παραγωγή και την εργασία της κοινωνίας πολύ περισσότερο από τ’άλλα. Κοντολογίς, πώς η κοινωνία είναι χωρισμένη ανάμεσα σ’ένα στρώμα που κατέχει την εξουσία και τα προνόμια και στα υπόλοιπα που δεν έχουν τίποτε απ’αυτά. Η ιεραρχικοποίηση ή η γραφειοκρατικοποίηση όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων είναι σήμερα η όλο και περισσότερο επικρατούσα μορφή της διαίρεσης της κοινωνίας. Σαν τέτοια, είναι συνάμα αποτέλεσμα και αίτιο της διαμάχης που σπαράσσει την κοινωνία.

Αν είναι έτσι αυτό, καταντά γελοίο ν’αναρωτιόμαστειη αυτοδιεύθυνση, η λειτουργία και η ύπαρξη ενός αυτοδιευθυνόμενου κοινωνικού συστήματος, μπορούν να συμβιβαστούν με την διατήρηση της ιεραρχίας; Σαν ν’αναρωτιόμαστε αν η κατάργηση του τωρινού αναμορφωτικού συστήματος μπορεί να συμβιβαστεί με τη διατήρηση δεσμοφυλάκων, αρχιφυλάκων και διευθυντών των φυλακών. Όπως όμως ξέρουμε, αυτό που είναι αυτονόητο αν δεν ειπωθεί γίνεται ακόμη περισσότερο αυτονόητο αν ειπωθεί. Ακόμη περισσότερο που, εδώ και χιλιετηρίδες, έκαναν να περάσει στο πνεύμα των ανθρώπων απ’την πιο τρυφερή παιδική τους ηλικία η ιδέα πως είναι «φυσικό» κάποιοι να διατάζουν και κάποιοι να υπακούν, κάποιοι να’χουν υπερβολικά πολλή επιβολή και κάποιοι ούτε καν την απαραίτητη.

Θέλουμε μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Τι θέλει να πει αυτό; Μια κοινωνία που διαχειρίζεται, που διευθύνει τον εαυτό της. Όμως αυτό πρέπει να γίνει ακόμη πιο συγκεκριμένο. Μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία είναι μια κοινωνία όπου όλες οι αποφάσεις παίρνονται από την κοινότητα που απασχολείται, κάθε φορά, με το αντικείμενο τού των αποφάσεων. Δηλαδή ένα σύστημα όπου αυτοί που επιτελούν μιά δραστηριότητα αποφασίζουν συλλογικά για το τι να κάνουν και για το πως να το κάνουν, με μόνους περιορισμούς αυτούς που τους επιβάλει η συνύπαρξη με άλλες συλλογικές μονάδες. Ετσι, αποφάσεις που αφορούν τους εργαζόμενους σ’ένα εργαστήριο πρέπει να παίρνονται απ’αυτούς που εργάζονται σ’αυτό το εργαστήριο αυτές που αφορούν πολλά συγχρόνως εργαστήρια, απ’το σύνολο των εργαζόμενων σ’αυτά ή απ’ τους εκλεγμένους κι ανακλητούς εκπροσώπους τους αυτές που αφορούν όλη την επιχείρηση, απ’όλο το προσωπικό της επιχείρησης αυτές που αφορούν μιά συνοικία, απ’ τους κατοίκους της συνοικίας κι αυτές που αφορούν όλη την κοινωνία, απ’όλους, άντρες και γυναίκες που ζουν σ’αυτήν.

Τι σημαίνει όμως αποφασίζω;

Αποφασίζω είναι αποφασίζω εγώ ο ίδιος. Δεν είναι ν’ αφήνω την απόφαση σε «αρμόδιους ανθρώπους», που υπόκεινται σ’έναν κάποιον «έλεγχο». Ούτε, ακόμη περισσότερο, να επιφορτίζω άλλους ανθρώπους να αποφασίσουν αυτοί. Το ότι ο γαλλικός πληθυσμός επιφορτίζει κάθε 5 χρόνια κάποιους να κάνουν τους νόμους, δεν σημαίνει πως κάνει αυτός ο ίδιος τους νόμους. Το ότι επιφορτίζει κάθε 7 χρόνια κάποιον ν’αποφασίζει γιά την πολιτική της χώρας, δε σημαίνει πως αποφασίζει αυτός ο ίδιος γι’αυτή την πολιτική. Δεν αποφασίζει, αλλοτριώνει την εξουσία του ν’αποφασίζει σε «εκπροσώπους» που, απ’αυτό ακριβώς το γεγονός, δεν είναι κι ούτε μπορούν να είναι δικοί του εκπρόσωποι. Βέβαια, η επιφόρτιση εκπροσώπων ή εντολοδόχων απ’τις διάφορες κοινότητες, καθώς και η ύπαρξη οργάνων επιτροπών ή συμβουλίων που σχηματίζονται από τέτοιους εντολοδόχους θα’ναι, σε πολλές περιπτώσεις, υποχρεωτική. θα’ναι όμως συμβιβάσιμη με την αυτοδιεύθυνση μόνον αν οι εντολοδόχοι εκπροσωπούν αληθινά την κοινότητα απ’ την οποία προέρχονται , κι αυτό υπονοεί πως θα υπόκεινται στην εξουσία της κάτι που με τη σειρά του σημαίνει πως όχι μόνο τους εκλέγει, αλλά και μπορεί να τους ανακαλεί κάθε φορά που το κρίνει απαραίτητο.

Άρα, να λέμε πως υπάρχει μια ιεραρχία του διατάζειν που σχηματίζεται από «αρμόδιους ανθρώπους» και για λόγους αρχής αμετακίνητους, ή να λέμε πως υπάρχουν αμετακίνητοι για μια δεδομένη περίοδο (και που, όπως το αποδεικνύει η πείρα, γίνονται πρακτικά για πάντα αμετακίνητοι) «εκπρόσωποι», είναι να λέμε πως δεν υπάρχει ούτε αυτοδιαχείρηση, ούτε καν «δημοκρατική διαχείρηση». Αυτό ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με το να λέμε πως η κοινότητα διευθύνεται από ανθρώπους για τους οποίους η διεύθυνση των κοινών υποθέσεων έχει έκτοτε γίνει η ειδικευμένη κι αποκλειστική απασχόληση, και οι οποίοι, δικαιωματικά ή στην πράξη, ξεφεύγουν από την εξουσία της κοινότητας.

1. ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

Απ’την άλλη μεριά, αποφασίζω, σημαίνει αποφασίζω με επίγνωση. Δεν είναι η κοινότητα που αποφασίζει, έστω και αν τυπικά «ψηφίζει», αν μόνο κάποιος ή κάποιοι κατέχουν τις πληροφορίες και προσδιορίζουν τα κριτήρια στη βάση των οποίων λαμβάνεται μια απόφαση. Αυτό σημαίνει πώς αυτοί που αποφασίζουν οφείλουν να κατέχουν όλες τις κατάλληλες πληροφορίες. Επίσης όμως, πώς θα μπορούσαν οι ίδιοι να προσδιορίζουν τα κριτήρια στη βάση των οποίων αποφασίζουν. Και, για να το κάνουν αυτό, πως θα σχηματίζουν εικόνα όσο το δυνατόν πληρέστερη. Μια ιεραρχία του διατάζειν, τώρα, υπονοεί πως αυτοί που αποφασίζουν κατέχουν ή μάλλον, προφασίζονται πώς κατέχουν το μονοπώλιο των πληροφοριών και του σχηματισμού εικόνας, και πώς εν πάσει περιπτώσει μπορούν προνομιακά να τ’αποκτήσουν. Η ιεραρχία βασίζεται πάνω σ’αυτό το γεγονός και τείνει διαρκώς να το αναπαράγει. Γιατί μέσα σε μιά ιεραρχική οργάνωση, όλες οι πληροφορίες ανεβαίνουν απ’τη βάση προς την ηγεσία και ούτε ξαναγυρίζουν σ’αυτήν ούτε κυκλοφορούν (στην πραγματικότητα, κυκλοφορούν, ενάντια όμως στους κανόνες της ιεραρχικής οργάνωσης). Ακόμη, όλες οι αποφάσεις κατεβαίνουν απ’την ηγεσία προς τη βάση που δεν έχει παρά να τις εκτελεί. Είναι σχεδόν το ίδιο το να λέμε πως υπάρχει μια ιεραρχία του διατάζειν και το να λέμε πως αυτές οι δύο κυκλοφορίες γίνονται η κάθε μια μονόδρομο: η ηγεσία συλλέγει και απορροφά όλες τις πληροφορίες που ανεβαίνουν προς αυτήν και ξαναδιαχέει στους εκτελεστές το ελάχιστο αυστηρά απαραίτητο για την εκτέλεση των διαταγών που τους απευθύνει και που προέρχονται μόνο απ’αυτήν. Σε μιά τέτοια κατάσταση, είναι παράλογο να σκεπτόμαστε πως θα μπορούσε να υπάρχει αυτοδιαχείρηση, ή έστω «δημοκρατική διαχείρηση».

Πώς μπορούμε ν’αποφασίζουμε αν δεν κατέχουμε τις απαραίτητες πληροφορίες για ν’αποφασίζουμε σωστά; Και πως μπορούμε να διανοηθούμε ν’αποφασίζουμε, αν είμαστε πάντα περιορισμένοι να εκτελούμε αυτά που έχουν αποφασίσει άλλοι; Από τη στιγμή που εγκαθιδρύεται μιά ιεραρχία του διατάζειν, η κοινότητα γίνεται αδιαφανής για τον εαυτό της και εισάγεται ένα πελώριο χάσμα. Γίνεται αδιαφανής, γιατί οι πληροφορίες κρατιούνται στην ηγεσία. Εισάγεται ένα χάσμα, γιατί οι απληροφόρητοι ή κακά πληροφορημένοι εργαζόμενοι δεν ξέρουν τα όσα θα’πρεπε να ξέρουν γιά να εκτελούν σωστά τα καθήκοντά τους και προπάντων γιατί οι συλλογικές τους ικανότητες ν’ αυτοδιευθυνθούν, καθώς και η εφευρετικότητα και η πρωτοτυπία, που τυπικά αποδίδονται στην ηγεσία, παρενοχλούνται και εμποδίζονται σ’όλα τα επίπεδα.

Άρα, να θέλουμε την αυτοδιαχείρηση ή έστω την «δημοκρατική διαχείρηση», αν η λέξη δημοκρατία δεν χρησιμοποιείται για καθαρά διακοσμητικούς σκοπούς και να θέλουμε να διατηρήσουμε μια ιεραρχία του διατάζειν είναι αντίφαση στους όρους. Θα’ταν πολύ πιο συνεκτικό, τυπικά, να λέμε σαν τους απολογητές του τωρινού συστήματος; η ιεραρχία του διατάζειν είναι αναπόφευκτη, άρα, δεν μπορεί να υπάρξει αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία. Μόνο που αυτό είναι λάθος. Όταν εξετάζουμε τις λειτουργίες της ιεραρχίας, δηλαδή το τι εξυπηρετεί, διαπιστώνουμε ότι, σ’ένα μεγάλο μέρος, έχουν νόημα και υπάρχουν μόνο λόγω του παρόντος κοινωνικού συστήματος και ότι οι άλλες, οι όσες θα διατηρούσαν κάποιο νόημα και κάποια χρησιμότητα σ’ένα αυτοδιευθυνόμενο κοινωνικό σύστημα, θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν συλλογικές. Δεν μπορώ, στα πλαίσια τούτου του κειμένου, να εξετάσω το ζήτημα σ’όλη του την έκταση. Θα προσπαθήσω να φωτίσω κάποιες σημαντικές του πλευρές, αναφερόμενος προπάντων στην οργάνωση της επιχείρησης και της παραγωγής.

Μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της τωρινής ιεραρχίας είναι να οργανώσει την καταστολή. Μέσα στην εργασία που γίνεται πχ. στα εργαστήρια ή στα γραφεία, ένα ουσιαστικό μέρος της «δραστηριότητας» του ιεραρχικού μηχανισμού, απ’τους ομαδάρχες μέχρι την διεύθυνση, συνίσταται στην επίβλεψη, τον έλεγχο, την καθαγίαση, την έμμεση ή την άμεση επιβολή της «πειθαρχίας» και της πιστής εκτέλεσης των διαταγών που παίρνουν αυτοί που πρέπει να τις εκτελέσουν, Και γιατί πρέπει να οργανώνεται η καταστολή, γιατί πρέπει να υπάρχει καταστολή; Γιατί, γενικά, οι εργαζόμενοι δεν εκδηλώνουν αυθόρμητα πηγαίο ενθουσιασμό για να κάνουν αυτά που θέλει να κάνουν η διεύθυνση. Και γιατί αυτό; Γιατί ούτε η εργασία τους, ούτε το προϊόν της τους ανήκει, γιατί νοιώθουν αλλοτριωμένοι αποξενωμένοι και εκμεταλλευόμενοι, γιατί δεν έχουν αποφασίσει αυτοί οι ίδιοι το τι να κάνουν και πως να το κάνουν, ούτε και το τι ν’απογίνει αυτό ηου’χουν κάνει. Κοντολογίς, γιατί υπάρχει μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτούς που εργάζονται και σ’αυτού που διευθύνουν την εργασία των άλλων και κερδίζουν απ’αυτήν. Αρα, συνοψίζοντας: πρέπει να υπάρχει ιεραρχία για να οργανώνει την καταστολή και πρέπει να υπάρχει καταστολή, γιατί υπάρχει διαχωρισμός και σύγκρουση, δηλαδή γιατί υπάρχει ιεραρχία.

Γενικότερα, παρουσιάζουν την ιεραρχία σαν να υπάρχει για να διακανονίζει τις συγκρούσεις, κρύβοντας το γεγονός πως η ίδια η ύπαρξη της ιεραρχίας είναι η πηγή μιας διαρκούς σύγκρουσης. Γιατί για όσον καιρό θα υπάρχει ένα ιεραρχικό σύστημα, θα υπάρχει ακριβώς εξαιτίας του, συνεχής αναγέννηση μιας ριζικής σύγκρουσης ανάμεσα σ’ ένα διευθυντικό και προνομιούχο στρώμα και στις άλλες κατηγορίες, που περιορίζονται σε ρόλους εκτέλεσης. Λένε πως αν δεν υπάρχει καταστολή, δεν θα υπάρχει καμμιά πειθαρχία, πως ο καθένας θα κάνει ό,τι του κατεβαίνει και πως θα’ρθει το χάος. Αλλά, αυτό είναι σόφισμα. Το ζήτημα δεν είναι να ξέρουμε αν χρειάζεται πειθαρχία ή και καταστολή ακόμα καμμιά φορά αλλά τι είδους πειθαρχία, που την αποφασίζει ποιός, που την ελέγχει ποιός, υπό ποιές μορφές και γιά ποιούς σκοπούς. Όσο περισσότεροι σκοποί που εξυπηρετεί μιά πειθαρχία είναι ξένοι προς τις ανάγκες και τις επιθυμίες αυτών που οφείλουν να τις πραγματώσουν, τόσο περισσότερο οι αποφάσεις που αφορούν αυτούς τους σκοπούς και τις μορφές της πειθαρχίας θα τους είναι εξωτερικοί, και τόσο περισσότερο υπάρχει ανάγκη καταστολής για να τους κάνει σεβαστούς.

Μια αυτοδιευθυνόμενη κοινότητα δεν είναι μια κοινότητα δίχως πειθαρχία αλλά μια κοινότητα που αποφασίζει αυτή η ίδια για την πειθαρχία της και  αν παραστεί ανάγκη και για τις κυρώσεις που θα επιβάλλει σ’αυτούς που την παραβαίνουν εσκεμμένα. Ειδικότερα για την εργασία, δεν μπορούμε να εξετάσουμε σοβαρά το ζήτημα παρουσιάζοωτας την αυτοδιευθυνόμενη επιχείρηση σαν αυστηρά ταυτόσημη με την σημερινή επιχείρηση αν της αφαιρέσουμε το ιεραρχικό κέλυφος. Μέσα στην σημερινή επιχείρηση επιβάλουν στους ανθρώπους μια εργασία που τους είναι ξένη και πάνω στην οποία δεν έχουν λόγο. Το εκπληκτικό δεν είναι πώς της αντιτίθενται αλλά πως δεν της αντιτίθενται απείρως περισσότερο απ’όσο της αντιτίθενται. Δεν μπορούμε ούτε λεπτό να πιστέψουμε πως η στάση τους απέναντι στην εργασία θα παραμένει η ίδια όταν θα τροποποιηθεί η σχέση τους με την εργασία τους και θ’αρχίσουν να γίνονται κύριοί της. Απ’την άλλη μεριά, ακόμη και μέσα στην σημερινή επιχείρηση, δεν υπάρχει μια πειθαρχία αλλά δύο. Υπάρχει η πειθαρχία που με καταστολή και οικονομικές ή άλλες κυρώσεις προσπαθεί διαρκώς να επιβάλλει ο ιεραρχικός μηχανισμός. Και υπάρχει η πολύ λιγότερο εμφανής αλλά διόλου λιγότερο ισχυρή πειθαρχία που ξεπηδά στους κόλπους των ομάδων των εργαζομένων ενός τμήματος ή ενός εργαστηρίου, και που κάνει πχ. να μην είναι ανεκτοί ούτε αυτοί που δουλεύουν υπερβολικά ούτε αυτοί που δεν δουλεύουν αρκετά.

Οι ανθρώπινες ομάδες ούτε υπήρξαν ποτέ ούτε είναι ποτέ χαοτικά συ νοθυλεύματα ατόμων που τα κινεί αποκλειστικά ο εγωισμός τους και που τρώγονται μεταξύ τους, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι ιδεολόγοι του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας που εκφράζουν έτσι μόνο τη δική τους διανοητικότητα. Μέσα στις ομάδες, και ιδιαίτερα σ’αυτές που συνδέονται σ’ένα διαρκές κοινό καθήκον, ξεπηδούν πάντοτε κανόνες διαγωγής και μια συλλογικά πίεση που τους κάνει σεβαστούς.

2. ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ, ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Ας έρθουμε τώρα στην άλλη ουσιαστική λειτουργία της ιεραρχίας, που παρουσιάζεται σαν ανεξάρτητη από τη σημερινή κοινωνική δομή: τις λειτουργίες απόφασης και διεύθυνσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: γιατί οι θεωρούμενες κοινότητες δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν μόνες τους αυτή τη λειτουργία δηλ. να διευθύνουν τον εαυτό τους και να αποφασίζουν για τον εαυτό τους, γιατί θα’πρεπε να υπάρχει ένα ιδιαίτερο στρώμα ανθρώπων, οργανωμένων σ’ένα ξεχωριστό μηχανισμό, που ν’ αποφασίζουν και να διευθύνουν; Σ’αυτό το ερώτημα, οι απολογητές του τωρινού συστήματος, δίνουν δύο λογιών απαντήσεις. Η μια, στηρίζεται στην επίκληση της «γνώσης» και της «αρμοδιότητας»: πρέπει ν’αποφασίζουν αυτοί που ξέρουν, ή οι αρμόδιοι. Η άλλη, βεβαιώνει λίγο ή πολύ καλυμμένα, πως πρέπει  οπωσδήποτε κάποιοι ν’αποφασίζουν, γιατί αλλιώς θα’χαμε χάος,  μ’άλλα λόγια γιατί η κοινότητα θα’ταν ανίκανη να διευθύνει τον εαυτό της.

Κανείς δεν αρνείται τη σπουδαιότητα της γνώσης και της αρμοδιότητας, ούτε, προπάντων, το γεγονός πως σήμερα μια έγκυρη γνώση και μια έγκυρη αρμοδιότητα βρίσκονται στα χέρια μιας μειονότητας. Αλλά κι εδώ, αυτά τα γεγονότα τα επικαλούνται μόνο γιά να καλύψουν σοφίσματα. Αυτοί που γενικά διευθύνουν στο τωρινό σύστημα, δεν είναι αυτοί που’χουν την μεγαλύτερη γνώση και αρμοδιότητα. Αυτοί που διευθύνουν, είναι όσοι δείχτηκαν ικανοί ν’αναρριχηθούν στον ιεραρχικό μηχανισμό ή όσοι, λόγω της οικογενειακής και κοινωνικής τους προέλευσης, μπήκαν από την αρχή στα καλά κανάλια, αφού απόκτησαν μερικά διπλώματα. Και στις δυό περιπτώσεις, η «αρμοδιότητα» που απαιτείται για να διατηρηθούμε ή να ανέβουμε στον ιεραρχικό μηχανισμό αφορά πολύ περισσότερο την ικανότητά να επιβιώσουμε και να επιπλεύσουμε μέσα στη συγκυρία όπου αιωρούνται άτομα, κλίκες και ομάδες στους κόλπους του ιεραρχικού γραφειοκρατικού μηχανισμού, παρά την ακαταλληλότητα να διευθύνουμε μια συλλογική εργασία. Κατά δεύτερο λόγο, ο καλύτερος τρόπος για να χρησιμοποιηθούν κάποιος ή κάποιοι που κατέχουν μια τεχνική ή επιστημονική γνώση ή αρμοδιότητα, δεν είναι να τους εμπιστευτούμε τη διεύθυνση ενός συνόλου δραστηριοτήτων. Μπορούμε να’μαστε άριστοι μηχανικοί στην ειδικότητά μας, χωρίς να’μαστε ικανοί να «διευθύνουμε» το σύνολο  ενός εργοστασίου.

Δεν έχουμε παρά να δούμε τι συμβαίνει σήμερα απ’αυτή την άποψη τεχνικοί και ειδικοί τοποθετούνται/γενικά στο ιδιαίτερο πεδίο τους. Οι «διευθύνοντες» περιβάλλονται από κάποιους τεχνικούς σύμβουλους, ζητούν τις γνώμες τους για τις αποφάσεις που θα πάρουν (γνώμες που συχνά διαφέρουν μεταξύ τους) και τελικά «αποφασίζουν». Εδώ βλέπουμε καθαρά τον παραλογισμό του επιχειρήμα- τος. Αν ο «διευθύνων» αποφάσιζε με βάση τη «γνώση» του και την «αρμοδιότητά» του, θα’πρεπε να’ναι σοφός και αρμόδιος για όλα, είτε άμεσα, είτε για ν’αποφασίζει ποια από τις διαφορετικές γνώμες των ειδικών είναι η καλύτερη. Αυτό είναι προφανώς αδύνατο και οι διευθύνοντες επιλέγουν στην πραγματικότητα αυθαίρετα, βάσει της «κρίσης» τους. Αυτή η «κρίση» ενός μόνου δεν έχει κανένα λόγο νάναι καλύτερη απ’την κρίση που θα σχημάτιζε μια αυτοδιευθυνόμενη κοινότητα, εκκινώντας από μια εμπειρία απείρως ισχυρότερη απ’αυτήν ενός μόνο ατόμου.

3. ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ, ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Γνώση και αρμοδιότητα είναι εξ ορισμού ειδικευμένες, και γίνονται μέρα με τη μέρα περισσότερο. Αν βγεί απ’το ιδιαίτερο πεδίο του, ο τεχνικός ή ο ειδικός δεν είναι πιά ικανός για τίποτε άλλο, ούτε και για να πάρει μια καλή απόφαση. Ακόμη και στο εσωτερικό του ιδιαίτερου πεδίου του, η σκοπιά του είναι μοιραία περιορισμένη. Απ’τη μια μεριά, αγνοεί τ’άλλα πεδία που, αναγκαστικά συμπλέκονται με το δικό του και τείνει, φυσικά, να τα αγνοεί. Έτσι, μέσα στις τωρινές επιχειρήσεις και στη διοίκηση, το ζήτημα του «οριζόντιου» συντονισμού των διευθυντικών υπηρεσιών είναι διαρκής εφιάλτης. Έφτασαν, εδώ και καιρό, να δημιουργήσουν ειδικούς του συντονισμού για να συντονίζουν τις δραστηριότητες των ειδικών της διεύθυνσης που δείχνονται έτσι ανίκανοι να διευθύνουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Από μια άλλη μεριά και προπάντων, οι ειδικοί που’ναι τοποθετημένοι μέσα στον διευθυντικό μηχανισμό είναι γι’αυτό το λόγο αποχωρισμένοι απ’την πραγματική παραγωγική διαδικασία, απ’τα όσα συμβαίνουν εκεί, απ’τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι εργαζόμενοι οφείλουν να πραγματοποιούν την εργασία τους. Τον περισσότερο καιρό, οι αποφάσεις που παίρνουν τα γραφεία έπειτα από σοφούς υπολογισμούς, άψογους πάνω στο χαρτί, δείχνονται ανεφάρμοστες όπως είναι, γιατί δεν υπολόγισαν αρκετά τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες θα εφαρμοζόντουσαν. Αυτές τις πραγματικές συνθήκες, τις γνωρίζει, εξ ορισμού, μόνο η κοινότητα των εργαζομένων. Όλος ο κόσμος ξέρει πως, στις σημερινές επιχειρήσεις αυτό το γεγονός είναι μια πηγή διαρκών συγκρούσεων και τεράστιας σπατάλης.

Αντίθετα, γνώση και αρμοδιότητα μπορούν να χρησιμοποιηθούν λογικά αν αυτοί που τις κατέχουν ξαναριχτούν μέσα στην κοινότητα των παραγωγών, αν γίνουν μια απ’τις συνιστώσες των αποφάσεων που έχει να πάρει αυτή η κοινότητα. Η αυτοδιεύθυνση απαιτεί τη συνεργασία ανάμεσα σ’αυτούς που κατέχουν μια ιδιαίτερη γνώση ή αρμοδιότητα και σ’αυτούς που επιτελούν την παραγωγική εργασία με την στενή έννοια. Είναι τελείως ασυμβίβαστη με τον διαχωρισμό τούτων των δύο κατηγοριών. Μόνο αν καθιερωθεί μια τέτοια συνεργασία θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν πλήρως αυτή η γνώση κι αυτή η αρμοδιότητα ενώ σήμερα, χρησιμοποιείται ένα μικρό μέρος τους αφού αυτοί που τις κατέχουν είναι απομονωμένοι σε περιορισμένα καθήκοντα, πλήρως καθορισμένα απ’τον καταμερισμό της εργασίας στο εσωτερικό του διευθυντικού μηχανισμού. Προπάντων, μόνο αυτή η συνεργασία μπορεί να κατοχυρώσει πως γνώση και αρμοδιότητα θα μπουν πραγματικά στην υπηρεσία της κοινότητας, και όχι μερικότερων σκοπών.

Θα μπορούσε μια τέτοια συνεργασία ανάμεσα στους «ειδικούς» και στους άλλους εργαζόμενους να εκτυλίσσεται δίχως να παρουσιάζονται συγκρούσεις; Αν ένας ειδικός βεβαιώνει, εκκινώντας από την ειδικευμένη του γνώση, πως το τάδε μέταλλο, επειδή κατέχει τις τάδε ιδιότητες, είναι το πιο κατάλληλο για το τάδε εξάρτημα ή κομμάτι, δεν βλέπουμε γιατί και εκκινώντας από τι, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ξεσηκώσει αδικαιολόγητες αντιρρήσεις από μέρους των εργατών. Ακόμα και σ’αυτή τη περίπτωση, στο κάτω κάτω, μια ορθολογική απόφαση απαιτεί να μην της είναι ξένοι οι εργάτες πχ γιατί οι ιδιότητες του επιλεγόμενου υλικού παίζουν κάποιο ρόλο στη διάρκεια της επεξεργασίας του εξαρτήματος ή του κομματιού. Αλλά οι αληθινά σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την παραγωγή, επιδέχονται πάντα μια ουσιαστική διάσταση σχετική με το ρόλο και τη θέση των ανθρώπων μέσα στην παραγωγή. Πάνω σ’αυτά, δεν υπάρχει εξ ορισμού καμμιά γνώση και καμμιά αρμοδιότητα που να μπορούσε να’ναι επικρατέστερη απ’τη σκοπιά αυτών που θα πραγματοποιούν αληθινά την εργασία.

Καμμιά οργάνωση μιας αλυσίδας κατασκευής ή συναρμολόγησης δεν μπορεί να’ναι ούτε ορθολογική, ούτε παραδεκτή, αν έχει αποφασιστεί δίχως να’χει παρθεί υπ’ όψιν η άποψη όσων εργάζονται σ’αυτήν. Επειδή δεν την παίρνουν υπ’όψιν σήμερα, αυτές οι αποφάσεις είναι σχεδόν πάντα άστοχες, και αν εν τούτης η παραγωγή προχωρεί αυτό συμβαίνει γιατί οι εργάτες οργανώνονται μεταξύ τους για να την κάνουν να προχωρεί, παραβαίνοντας τους «τυπικούς» κανόνες και εντολές πάνω στην οργάνωση της εργασίας. Αλλά, ακόμη και αν θεωρηθούν «ορθολογικές» από την στενή άποψη της παραγωγικής αποτελεσματικής παραγωγικότητας, αυτές οι αποφάσεις είναι απαράδεκτες ακριβώς γιατί είναι και δεν μπορούν να μην είναι, βασισμένες αποκλειστικά πάνω στην αρχή της «παραγωγικής αποτελεσματικότητας». Αυτό θέλει να πει πως τείνουν να υποτάξουν πλήρως τους εργαζόμενους στην διαδικασία της κατασκευής και να τους χειριστούν σαν εξαρτήματα του παραγωγικού μηχανισμού. Αυτό δεν οφείλεται στην κακία της διεύθυνσης, στην ηλιθιότητά της, ούτε απλώς στο κυνήγι του κέρδους. (Απόδειξη: η «οργάνωση της εργασίας» είναι αυστηρά η ίδια στις ανατολικές και στις δυτικές χώρες). Αυτό είναι η άμεση και αναπόφευκτη απόρροια ενός συστήματος όπου οι αποφάσεις παίρνονται από άλλους, και όχι από αυτούς που θα τις υλοποιήσουν ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να έχει άλλη «λογική».

Μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία όμως, δεν μπορεί να ακολουθεί αυτή τη «λογική». Η λογική της είναι τελείως αλλιώτικη, είναι η λογική της απελευθέρωσης των ανθρώπων και της ανάπτυξής τους. Η κοινότητα των εργαζομένων μπορεί κάλλιστα να αποφασίσει και θα’χει, κατά τη γνώμη μου δίκιο να το κάνει πως γι’αυτήν, είναι απείρως προτιμότερες λιγότερο βασανιστικές, λιγότερο παράλογες, πιο ελεύθερες και πιο χαρούμενες εργάσιμες μέρες από κάποιες επιπλέον ποσότητες σαβούρας. Και, για τέτοιες, απόλυτα θεμελιώδεις επιλογές, δεν υπάρχει κανένα «επιστημονικό» ή «αντικειμενικό» κριτήριο: το μοναδικό κριτήριο είναι η κρίση της ίδιας της κοινότητας πάνω στο τι προτιμά, εκκινώντας απ’την εμπειρία, τις ανάγκες και τις επιθυμίες της.

Αυτό αληθεύει και στην κλίμακα ολόκληρης της κοινωνίας. Κανένα «επιστημονικό» κριτήριο δεν επιτρέπει σε κανέναν να αποφασίζει πως είναι προτιμότερο γιά την κοινωνία να’χει τον ερχόμενο χρόνο περισσότερες κατοικίες αντί για περισσότερα καταναλωτικά αγαθά ή το αντίθετο, μια λιγότερο ή περισσότερο γρήγορη ανάπτυξη, κλπ. Οποιος λέει πως υπάρχουν τέτοια κριτήρια είναι ή άσχετος ή απατεώνας. Το μοναδικό κριτήριο που’χει κάποιο νόημα σ’αυτά τα πεδία, είναι το τι θέλουν οι άντρες και οι γυναίκες που απαρτίζουν την κοινωνία και αυτό μόνο αυτοί μπορούν να τ’αποφασίζουν και κανένας αντί για αυτούς.

ΙΙ . ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ

1. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΝΑ ΘΕΜΕΛΙΩΘΕΙ ΜΙΑ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

Όπως δεν συμβιβάζεται με μιά ιεραρχία του διατάζειν η αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία δεν συμβιβάζεται και με μιά ιεραρχία των μισθών και των εισοδημάτων. Κατ’αρχήν η ιεραρχία των μισθών και των εισοδημάτων ανταποκρίνεται σήμερα στην ιεραρχία του διατάζειν πλήρως στις δυτικές, σε μεγάλο μέρος στις ανατολικές χώρες. Πρέπει ακόμα να δούμε πως επανδρώνεται αυτή η ιεραρχία. Ο γόνος του πλούσιου θα’ναι πλούσιος, ο γόνος του στελέχους έχει όλες τις ευκαιρίες να γίνει κι’αυτός στέλεχος. Ετσι, σ’ένα μεγάλο μέρος, τα στρώματα που καταλαμβάνουν τις υψηλότερες θέσεις της ιεραρχικής πυραμίδας διαιωνίζονται κληρονομικά. Ενα κοινωνικό σύστημα τείνει πάντα να αυτοαναπαράγεται. Αν κάποια κοινωνικά στρώματα έχουν προνόμια, τα μέλη της θα κάνουν ό,τι μπορούν και τα προνόμιά τους σημαίνουν ακριβώς πως μπορούν να κάνουν πάρα πολλά απ’αυτή την άποψη για να τα μεταβιβάσουν στους απογόνους τους. Στο μέτρο όπου μέσα σ’ένα τέτοιο σύστημα, αυτά τα στρώματα έχουν την ανάγκη «νέων ανθρώπων» γιατί οι διευθυντικοί οργανισμοί επεκτείνονται και πολλαπλασιάζονται ραγδαία επιλέγουν, απ’τους γόνους των «κατώτερων» στρωμάτων τους πιό «κατάλληλους» για να τους εντάξουν στους κόλπους τους. Σ’αυτό το μέτρο, μπορεί να φαίνεται πως η «εργασία» και οι «ικανότητες» αυτών που επιλέχτηκαν έπαιξαν κάποιο ρόλο στην καριέρα τους, που αντάμειψε τα «χαρίσματά» τους. Αλλά, λέω γι’άλλη μιά φορά ακόμα «ικανότητες» και «χαρίσματα» σημαίνουν εδώ ουσιαστικά την ικανότητα προσαρμογής στο κυρίαρχο σύστημα και καλύτερης εξυπηρέτησής του. Τέτοιες ικανότητες δεν έχουν νόημα για μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία και από τη δική της σκοπιά.

Βέβαια οι άνθρωποι μπορεί να σκέφτονται πως, ακόμα και σε μια αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, οι πιο θαρραλέοι, οι πιο εργατικοί, οι πιο επίμονοι, οι πιο «επιτήδειοι», θα’πρεπε να δικαιούνται μιά ιδιαίτερη «ανταμοιβή», και πως αυτή θα’πρεπε να’ναι χρηματική. Και αυτό τρέφει την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να υπάρχει μιά ιεραρχία των εισοδημάτων που να’ναι δικαιολογημένη. Αυτή η ψευδαίσθηση δεν αντέχει σε εξέταση. Ακριβώς όπως στο υπάρχον σύστημα, δεν βλέπουμε πάνω σε τι θα μπορούσε να θεμελιωθεί λογικά και να δικαιολογηθεί συγκεκριμένα η διαφορά στις αμοιβές. Γιατί η τάδε επιτηδειότητα θα όφειλε να δίνει στο κάτοχό της τετραπλάσιο εισόδημα από τη δείνα, και όχι διπλάσιο ή δωδεκαπλάσιο; Τι νόημα έχει να λέμε πως η επιτηδειότητα ενός καλού χειρούργου αξίζει ακριβώς ή λιγότερο ή περισσότερο όσο και αυτή ενός καλού μηχανικού; Και γιατί δεν αξίζει ακριβώς όσο και αυτή ενός καλού οδηγού τρένου ή ενός καλού παιδαγωγού;

Αν βγούμε από κάποια πολύ στενά και στερούμενα γενικής σημασίας, πεδία ,δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για να μετρούμε και να συγκρίνουμε μεταξύ τους τις επιτηδειότητες, τις γενικές και τις ειδικές γνώσεις διάφορων ατόμων. Και, αν η κοινωνία είναι που πληρώνει τα έξοδα για τη μόρφωση ενός ατόμου όπως είναι ήδη πρακτικά η κατάσταση δεν βλέπουμε γιατί το άτομο που’χει ήδη ευνοηθεί μιά φορά με το προνόμιο που συνιστά από μόνη της αυτή η απόκτηση, θα’πρεπε να ευνοηθεί γι’αυτήν και μια δεύτερη φορά με τη μορφή ενός ανώτερου εισοδήματος. Τι ίδιο ισχύει και για το «χάρισμα» ή την «εξυπνάδα». Υπάρχουν βέβαια, άτομα που γεννιούνται πιο προικισμένα από άλλα ως προς ορισμένες δραστηριότητες, ή που γίνονται έτσι. Αυτές οι διαφορές γενικά περιορίζονται, και η ανάπτυξή τους εξαρτάται κυρίως από το οικογενειακό, κοινωνικό και μορφωτικό περιβάλλον. Εν πάσει περιπτώσει όμως, στο μέτρο που κάποιος έχει ένα «χάρισμα», η άσκηση τούτου του «χαρίσματος» είναι από μόνη της μια πηγή ευχαρίστησης αν δεν εμποδίζεται. Και, γιά τα σπάνια άτομα που είναι εξαιρετικά χαρισμένα, αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι μια χρηματική «ανταμοιβή», αλλά να δημιουργήσουν αυτό που ωθούνται αναπόδραστα να δημιουργήσουνε. Αν ο Αϊνστάιν ενδιαφέρονταν για το χρήμα, δεν θα’χε γίνει Αϊνστάιν και είναι πιθανό να’χε γίνει κάποιο μέτριο αφεντικό ή κάποιος μέτριος χρηματιστής.

Προβάλλουν καμιά φορά τούτο το απίστευτο επιχείρημα, πως δίχως μια ιεραρχία των μισθών η κοινωνία δεν θα μπορούσε να βρεί ανθρώπους που να δέχονται να επιτελούν τις πιο «δύσκολες» λειτουργίες και παρουσιάζουν σαν τέτοιες τις λειτουργίες του στελέχους, του διευθύνοντα, κλπ. Γνωρίζουμε τη φράση που τόσο συχνά επαναλαμβάνουν οι «υπεύθυνοι»: Αν όλοι κερδίζουν τα ίδια, θα προτιμήσω να πάρω τη σκούπα» αλλά σε χώρες σαν τη Σουηδία όπου το άνοιγμα των μισθών έχει γίνει πολύ μικρότερο από ότι στη Γαλλία, οι επιχειρήσεις δεν λειτουργούν χειρότερα από ότι στη Γαλλία, και δεν βλέπουμε στελέχη να πήραν τις σκούπες.

Αυτό που διαπιστώνουμε όλο και περισσότερο στις ανεπτυγμένες χώρες, είναι μάλλον το αντίθετο: τα άτομα που εγκαταλείπουν τις επιχειρήσεις, είναι αυτά που κατέχουν τις αληθινά δυσκολότερες απασχολήσεις δηλαδή τις πιο βασανιστικές και τις λιγότερο ενδιαφέρουσες εργασίες. Και η αύξηση των μισθών του αντίστοιχου προσωπικού δεν φτάνει για να σταματήσει την αιμορραγία. Γι’αυτό, τούτες οι εργασίες αφήνονται όλο και πιό πολύ στους μετανάστες. Αυτό το φαινόμενο ερμηνεύεται αν γνωρίσουμε τούτο το προφανές, πως εκτός και αν αναγκαστούν από τη φτώχια, οι άνθρωποι αρνούνται όλο και πιο πολύ ν’απασχολούνται σε ηλίθιες δουλειές. Δεν παρατηρήθηκε ποτέ το αντίστροφο φαινόμενο, μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε πως θα συνεχιστεί το ίδιο. Φτάνουμε έτσι σ’αυτό το συμπέρασμα, σύμφωνα με την ίδια τη λογική αυτού του επιχειρήματος, πως δηλ. θα’πρεπε ν’αμείβονται λιγότερο οι περισσότερο ενδιαφέρουσες εργασίες. Γιατί, σ’οποιεσδήποτε συνθήκες, αυτές οι εργασίες τραβούν περισσότερο τους ανθρώπους δηλαδή το κίνητρο για να τις διαλέξουν και να τις επιτελέσουν βρίσκεται ήδη, κατά μεγάλο μέρος, μέσα στην ίδια τη φύση της δουλειάς.

2. ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ, ΚΙΝΗΤΡΟ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Σε τι όμως απολήγουν τελικά όλα τα επιχειρήματα που αποσκοπούν να δικαιολογήσουν την ιεραρχία σε μιάν αυτοδιεύθυνόμενη κοινωνία, ποια είναι η κρυμμένη ιδέα πάνω στην οποία θεμελιώνονται; Είναι ότι οι άνθρωποι δεν διαλέγουν μιά εργασία και δεν την κάνουν παρά μόνο για να κερδίζουν περισσότερα απ’τους άλλους. Αυτό όμως, παρουσιαζόμενο σαν αιώνια αλήθεια που σχετίζεται με την ανθρώπινη φύση δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο απ’την καπιταλιστική διανοητικότητα που’χει λίγο πολύ διαπεράσει την κοινωνία ( και που, όπως το δείχνει η αντοχή της ιεραρχίας των μισθών στις ανατολικές χώρες, έχει επικρατήσει και εκεί ). Αυτή η διανοητικότητα είναι μια από τις συνθήκες ύπαρξης και διαιώνισης του τωρινού συστήματος και αντίστροφα, δεν μπορεί να υπάρχει παρά για όσο θα συνεχίσει να υπάρχει αυτό το σύστημα. Οι άνθρωποι δίνουν μια σημασία στις διαφορές εισοδήματος, επειδή υπάρχουν τέτοιες διαφορές και επειδή στο τωρινό κοινωνικό σύστημα, τίθενται σαν σημαντικές. Αν μπορούμε να κερδίζουμε 1 εκατ. αντί για 100 χιλ. το μήνα, και αν το κοινωνικό σύστημα τρέφει απ’όλες τις απόψεις την ιδέα πως αυτός που κερδίζει 1 εκατ. αξίζει περισσότερο, είναι καλύτερος απ’αυτόν που κερδίζει μόνο 100 χιλ. τότε πραγματικά, πολλοί άνθρωποι ( όχι όλοι, ακόμη και σήμερα ) θα’χουν για κίνητρο να κάνουν τα πάντα για να κερδίζουν 1 εκατ. παρά 100 χιλ. Αν όμως δεν υπάρχει μια τέτοια διαφορά στο κοινωνικό σύστημα, αν θεωρείται το να θέλουμε να κερδίζουμε περισσότερο απ’τους άλλους σαν τόσο παράλογο όσο παράλογο θεωρούμε σήμερα (τουλάχιστον οι περισσότεροι) να θάλουμε πάσει θυσία να’χει το επίθετό μας το Ντε (δείγμα «ευγενούς» καταγωγής στμ ) τότε θα μπορούν να εμφανιστούν και να ανθίσουν άλλα κίνητρα που θα’χουν μια αληθινή κοινωνική αξία: το ενδιαφέρον για την ίδια τη δουλειά, η ευχαρίστηση να κάνουμε αυτό που μόνοι μας διαλέξαμε να κάνουμε, η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα, η εκτίμηση και η αναγνώριση των άλλων.

Αντίστροφα, γιά όσο καιρό θα υπάρχει αυτό το ελεεινό οικονομικό κίνητρο, όλα τα άλλα κίνητρα θ’ατροφούν και θα ευνουχίζονται ήδη απ’την παιδική ηλικία των ατόμων. Επειδή ένα ιεραρχικό σύστημα βασίζεται στον ανταγωνισμό των ατόμων και στον πόλεμο όλων ενάντια σ’όλους, πλάθει διαρκώς τους ανθρώπους ώστε να στρέφονται οι μέν ενάντια στους δε και να τους ωθεί να χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να «ανέβουν». Να παρουσιάζουν τον βίαιο και αιματηρό ανταγωνισμό που εκτυλίσσεται μέσα στην ιεραρχία της εξουσίας, του διατάζειν, των εισοδημάτων, σαν μια ευγενή «άμιλλα» όπου κερδίζουν οι «καλύτεροι» σ’ένα τίμιο παιχνίδι, είναι να παίρνουν τους ανθρώπους για ηλίθιους και να πιστεύουν πως (οι άνθρωποι) δεν βλέπουν τι τρέχει πραγματικά γύρω τους, στο εργοστάσιο, στα γραφεία, στο πανεπιστήμιο και ακόμη όλο και περισσότερο και στην επιστημονική έρευνα από τότε που αυτή έχει καταντήσει μια τεράστια γραφειοκρατική επιχείρηση.

Η ύπαρξη της ιεραρχίας βασίζεται στον ανελέητο πόλεμο όλων ενάντια σ’όλους και τον γεννά τούτο τον πόλεμο. Γι’αυτό η ζούγκλα γίνεται όλο και πιό αδιαπέραστη στο μέτρο που ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας γι’αυτό και συναντούμε τη συνεργασία μόνο στη βάση, εκεί όπου οι δυνατότητες «προβιβασμού» είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες. Και η τεχνιτή εισαγωγή διαφοροποιήσεων σ’αυτό το επίπεδο απ’τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων, αποσκοπεί ακριβώς να σπάσει αυτή η συνεργασία. Απ’τη στιγμή που θα υπάρχουν προνόμια οποιοσδήποτε, κύρια όμως οικονομικής φύσης, θ’αναγεννιέται αμέσως ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα άτομα, ταυτόχρονα με την τάση ν’αρπάζονται από τα προνόμια που ήδη κατέχουν και, μ’αυτό το σκοπό, να προσπαθούν να αποκτούν περισσότερη εξουσία και να σφετερίζονται και την εξουσία των άλλων. Από κείνη τη στιγμή, δεν θα μπορεί πιά να τίθεται θέμα αυτοδιεύθυνσης. Τέλος, μια ιεραρχία μισθών και εισοδημάτων είναι τελείως ασυμβίβαστη με μιά λογική οργάνωση της οικονομίας μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας. Γιατί μια τέτοια ιεραρχία διαστρεβλώνει άμεσα και βαρειά την έκφραση της κοινωνικής ζήτησης.

Μια λογική οργάνωση της οικονομίας μιας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας υπονοεί, στην πραγματικότητα, για όσο καιρό τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονται απ’τη κοινωνία θα έχουν ακόμη μιά «τιμή» για όσο καιρό δεν θα μπορούν να διανέμονται δωρεάν και θα υπάρχει λοιπόν μια «αγορά» για τα αγαθά ατομικής κατανάλωσης, πως η παραγωγή θα κατευθύνεται σύμφωνα με τις ενδείξεις αυτής της αγοράς, δηλαδή τελικά από την αγοραστική ζήτηση των καταναλωτών. Γιατί, για ν’αρχίοουμε, δεν υπάρχει άλλο σύστημα για να υποστηρίξουμε. Αντίθετα προς ένα πρόσφατο σλόγκαν, που μπορούμε να δεχτούμε μόνο μεταφορικά, δεν μπορούμε να δώσουμε σ’όλους «όλα και αμέσως». Θα ήταν, απ’την άλλη μεριά, παράλογο να περιορίζουμε την κατανάλωση με αυταρχικό σκεπτικό που θα ισοδυναμούσε με μια ανυπόφορη και ηλίθια τυραννία πάνω στις προτιμήσεις του καθενός. Γιατί να διανέμουμε στον καθένα ένα δίσκο και τέσσερα εισιτήρια κινηματογράφου το μήνα, όταν υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν τη μουσική απ’τις εικόνες και άλλοι το αντίθετο για να μη μιλήσουμε για κουφούς και τυφλούς;

Αλλά, μια «αγορά» αγαθών ατομικής κατανάλωσης δεν είναι πραγματικά υποστηρίξιμη παρά μόνο αν είναι αληθινά δημοκρατική δηλαδή, αν οι ψήφοι του καθένα έχουν το ίδιο βάρος. Αυτές οι ψήφοι του καθένα, είναι τα εισοδήματα του. Αν αυτά τα εισοδήματα είναι άνισα, αυτές οι ψήφοι ψευτίζουν αμέσως: υπάρχουν άνθρωποι που η φωνή τους είναι πολύ δυνατότερη από τη φωνή των άλλων. Ετσι, σήμερα, η «ψήφος» του πλούσιου γιά μιά βίλα στην Κυανή Ακτή ή για ένα ιδιωτικό αεροπλάνο βαραίνει πολύ περισσότερο απ’την ψήφο ενός κακά στεγασμένου για μια καλύτερη στέγη, ή ενός χειρονάκτη για ένα ταξίδι στη 2η θέση με τρένο. Και πρέπει να υπολογίσουμε πως η επίδραση της άνισης κατανομής των εισοδημάτων πάνω στη δομή της παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών είναι τεράστια. Ενα αριθμητικό παράδειγμα, που δεν είναι απόλυτα ακριβές αλλά πλησιάζει σε τάξη μεγέθους την πραγματικότητα, μας επιτρέπει να το δείξουμε.

Αν υποθέσουμε πως μπορούμε να βάλουμε σε μια ομάδα τα 80% του γαλλικού πληθυσμού με εισοδήματα χαμηλά γύρω σ’ένα μέσο 20000 το χρόνο καθαρά (τα χαμηλότερα εισοδήματα στη Γαλλία, που αφορούν μια αρκετά πολυάριθμη κατηγορία, τους γέρους δίχως ή με μικρή σύνταξη, είναι κατά πολύ χαμηλότερα του SMIC) και τα υπόλοιπα 20% γύρω από ένα μέσο 80000 το χρόνο καθαρά, βλέπουμε μ’ένα απλό υπολογισμό πως αυτές οι δύο κατηγορίες μοιράζονται από μισό το εισόδημα που διατίθενται για την κατανάλωση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το 1/5 του πληθυσμού θα κατείχε τόση καταναλωτική ισχύ όση και τα άλλα 4/5. Αυτό θέλει επίσης να πει πως γύρω στα 35% της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών της χώρας προσανατολίζονται αποκλειστικά σύμφωνα με τη ζήτηση της πιο ευνοημένης ομάδας και προορίζονται για την ικανοποίηση της, ύστερα απ’την ικανοποίηση των «στοιχειωδών» αναγκών αυτής της ίδιας ομάδας ή ακόμη, πως 30% όλων των απασχολούμενων ανθρώπων εργάζονται για να ικανοποιήσουν τις μη ουσιαστικές «ανάγκες» των πιο ευνοημένων.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο προσανατολισμός της παραγωγής που θα επέβαλε κάτω απ’αυτές τις συνθήκες η «αγορά» δεν θ’αντανακλούσε τις ανάγκες της κοινωνίας αλλά ένα παραμορφωμένο είδωλο, μέσα στο οποίο η μη ουσιαστική/απαραίτητη κατανάλωση των ευνοημένων στρωμάτων θα’χε ένα δυσανάλογο βάρος. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως μέσα σε μιά αυτοδιευθυνόμενη κοινωνία, όπου αυτά τα γεγονότα θα’ναι σ’όλους επακριβώς γνωστά, οι άνθρωποι θ’ανέχονται μια τέτοια κατάσταση ή πως θα μπορούσαν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες να θεωρούν την παραγωγή σαν δική τους υπόθεση, και να νοιώθουν να τους αφορά κάτι που δίχως αυτό δεν θα μπορούσε ούτε στιγμή να τεθεί θέμα αυτοδιεύθυνσης. Η κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών είναι λοιπόν το μόνο μέσο να προσανατολήσει τη παραγωγή σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινότητας, να εξαλείψει τον πόλεμο όλων ενάντια σ’όλους και την οικονομική διανοητικότητα, και να επιτρέψει τη συμμετοχή με ενδιαφέρον, με την αληθινή έννοια του όρου, όλων των ανδρών και όλων των γυναικών στην διεύθυνση των υποθέσεων της κοινότητας.

 

Advertisements
This entry was posted in ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.